Αρχείο για Δεκέμβριος, 2012

2012 in review

Posted: Δεκέμβριος 31, 2012 in Uncategorized

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2012 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

600 people reached the top of Mt. Everest in 2012. This blog got about 5,000 views in 2012. If every person who reached the top of Mt. Everest viewed this blog, it would have taken 8 years to get that many views.

Click here to see the complete report.

A favorite of locals and tourists, the longstanding Istanbul sweetshop, known for introducing profiteroles to Turkey, did not survive to celebrate another new year after local court decided to transfer the building that houses it to another firm for renovational purposes.  İnci Patisserie has been known for its profiterole since it was founded in 1944 by Lucas Zigoridis. It is been said that Mr. Zigoridis invented profiterole while trying to find a different taste to compete with other patisseries. No matter who invented profiterole, İnci is the best spot to enjoy profiterole.
It is not a fancy place, the interior design still belongs to the 50′s. There are few tables and a stand inside but most people enjoy profiterole on foot. But hurry up, this legendary patisserie could soon be forced to close as the building that houses İnci has been leased to a construction company which wants to turn the historic building into a shopping mall.
* I borrowed this text from the » kaldirimlar »  (daily pavement  adventures, photoblog )

IMG_4963

photo by  Harpas

IMG_4954

IMG_4967

IMG_8900

IMG_4945

IMG_4942

IMG_4940

çiğ köfte

cig-kofte_277055

www.thelookfethiye.com-1060392-756x567

Info :  Στην τουρκική, το πιάτο ονομάζεται cig köfte  (τσί κιοφτέ)  ή   «άψητος   κεφτές» ενώ χάρη συντομίας γράφετε και  ως μία λέξη, çiğköfte. Είναι ένα από τα  πιο αγαπημένα σνακ στη Τουρκία και η προέλευση του είναι από την  Νοτιοανατολική χώρα . Έχει ενδιαφέρον  όμως να δούμε  πως παρασκευάζετε  ,  ζυμώνουν λοιπόν  το πλιγούρι  με ψιλοκομμένα κρεμμύδια και  νερό ,  και στη συνέχεια προσθέτουν πάστα ντομάτας και πιπεριάς, μπαχαρικά και φρεσκοκομμένο  μοσχαρίσιο κιμά μέχρι το μίγμα να γίνει ένας παχύρευστος πολτός  . Αφήνουν τον  κιμά  για λίγη ώρα να «ψηθεί» μαζί με τα μπαχαρικά   ενώ στο τέλος  προσθέτουν   πράσινα κρεμμύδια, φρέσκια μέντα , μαϊντανό και ένα μπαχαρικό  το οποίο δεν  γνωρίζουμε  εμείς οι Έλληνες και που δίνει αυτήν την διαφορετική γεύση  του  cig köfte,  είναι το  isot, μια μορφή σκούρης  πάπρικας  που μας έρχεται  από την πόλη Urfa της  Νοτιοανατολικής Τουρκίας . Ένας  αγαπημένος  τρόπος για να δοκιμάσετε το cig köfte είναι να τον  τυλίξετε  σε ένα φύλλο μαρούλι, και να το  συνοδεύσεται  με  ενισχυμένες  ποσότητες ayran  για να σας σβήσει το κάψιμο που θα σας προκαλέσει η πικάντικη  γεύση του .

Tips:  Μπορείτε να δοκιμάσετε  νοστιμότατο  Çiğ Köfte από τους  υπαίθριους «αραμπατζήδες»  που  ανεβοκατεβαίνουν με το καρότσι τους  τους δρόμους  του Μπέγιογλου .Εάν όμως θέλετε να καθίσετε και να απολαύσετε αυτό το υπέροχο έδεσμα τότε έχουμε να σας προτείνουμε το πολύ καλό  εστιατόριο   «Sur  Ocakbaşi» στην περιοχή  Fatih ( οδός   Itfaiye Caddesi  No: 19, Τηλ: 212-533-8088)

i-poli-ton-apontonGALATA9

GALKOPR

Abdullah_frères_-_Sultan_Ahmet_camii_Istanbul

DSC02984

DSC02763

DSC02833

DSC02680

IMG_7935

Επί οκτώ χρόνια ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας περιηγήθηκε δρόμο δρόμο τις ιστορικές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης ξετρυπώνοντας λησμονημένα εκκλησάκια, γκρεμισμένες συναγωγές, βυζαντινές δεξαμενές γεμάτες σκουπίδια και ερείπια μιας ιστορίας πολύ πρόσφατης. Η Πόλη των Απόντων είναι ένα οδοιπορικό στην Κωνσταντινούπολη των «άλλων»: των Ελλήνων, των Λεβαντίνων, των Εβραίων, των Αρμενίων, των Ρώσων.   Εκείνων που έζησαν στον τόπο αυτό για χιλιετίες και σφράγισαν το αστικό τοπίο και την κουλτούρα του, αλλά σήμερα λάμπουν πια δια της απουσίας τους. Ο αναγνώστης καλείται να ακολουθήσει τον συγγραφέα σε μια σειρά από περιπάτους στην Πόλη, γειτονιά – γειτονιά, αλλά και σε διαδρομές σε περιόδους της ιστορίας της και στο παρελθόν και το παρόν μίας από τις ιστορικές κοινότητές της. Πρόκειται για ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο, μία προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας του κοσμοπολιτισμού της Κωνσταντινούπολης, βυζαντινής και οθωμανικής.
Αλλά και για ένα αγώνα απογραφής του τι απομένει στη σημερινή Ιστάνμπουλ των 17 εκατομμυρίων από ένα παρελθόν πολυεθνικό και πολύγλωσσο, που χαρακτήριζε την Πόλη κατά τη μιάμισι χιλιετία κατά την οποία υπήρξε πρωτεύουσα αυτοκρατορική.
Η Πόλη των Απόντων  είναι μία μεγαλούπολη όπου η απουσία έχει βάρος ισάξιο με την παρουσία στην αστική ταυτότητα. Δίπλα στη μεγαλούπολη που σφύζει από ζωή και κίνηση λανθάνει η πόλη της μνήμης και τα σιωπηλά μνήματά της. Τη σημερινή Κωνσταντινούπολη τη χαρακτηρίζει η νοσταλγία και το αίσθημα της απώλειας. Κάθε βήμα στις ιστορικές γειτονιές το συνοδεύουν τα αδιάψευστα ίχνη μιας απουσίας. Θλιβερή μαρτυρία εγκατελελειμμένων σπιτιών και ιερών. Σπίτια που τα κατοικούν «άλλοι». Ρημαγμένα νεκροταφεία. Η ανάμνηση ενός παρελθόντος ευτυχέστερου για πολλούς ξυπνά τη νοσταλγία και τη θλίψη. Όχι μόνο στα μέλη των μειονοτικών ομάδων που αφανίστηκαν από το αστικό τοπίο αλλά και στην παλιά αστική τάξη της Πόλης. Αυτή ολοένα και περισσότερο αναπολεί την πολυπολιτισμική μητρόπολη του παρελθόντος που αφανίστηκε τον εικοστό αιώνα. Στην Πόλη των Απόντων ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας συνδέει τον γεμάτο ζωή και ζωντάνια κόσμο του παρόντος των ιστορικών συνοικιών της Πόλης με εκείνον των ιστορικών κατοίκων τους. Έτσι αποκαθιστά τον ιστορικό και κοινωνικό σύνδεσμο σε ένα χάσμα που για τον επισκέπτη μοιάζει, δικαιολογημένα, αγεφύρωτο.
Ταυτόχρονα, όμως, ξεφεύγει από την παγίδα της θρηνωδίας για ένα χαμένο παρελθόν. Παραμερίζοντας τη νοσταλγία και τη μελαγχολία, παραδίνεται στη μαγεία της σημερινής Πόλης που τον τριγυρίζει. Αφήνεται στη χαρά
της ανακάλυψης, αγαπά τους μικρόκοσμους που συναντά και τους κατοίκους τους, βιώνει την αγωνία του επερχόμενου τέλους τους. Το τέλος έχει, αυτή τη φορά, τη μορφή προγράμματος «αστικής εξυγίανσης» – νέος συρμός, κύμα που σαρώνει την Κωνσταντινούπολη καταστρέφοντας συνοικίες, μνημεία, ζωές, επαγγέλματα και συνήθειες αιώνων.

                                                         Who is who
Ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Cambridge, αλλά παράτησε τη νομική καριέρα το 2003 με απέραντη ικανοποίηση. Την ίδια χρονιά μετοίκησε στην Πόλη, όπου περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του έκτοτε. Πειραματίστηκε σε διάφορους επαγγελματικούς χώρους, όπου έσπασε τα μούτρα και τα νεύρα του. Δουλεύει ως δημοσιογράφος σε ελληνικά και βρετανικά μέσα από το 2003. Από το 2005 ως το 2009 υπήρξε ανταποκριτής της Καθημερινής στην Πόλη, ενώ συνεχίζει, από το 2004, ως ανταποκριτής του Mergermarket, πρακτορείου οικονομικών ειδήσεων του ομίλου των Financial Times. Aπό το 2011 συνδιευθύνει το ξενοδοχείο «Άνεμος» στο Κάστρο της Ίμβρου. Αλλά κατά βάση είναι επαγγελματίας νομάς. Όταν δεν περιφέρεται σε μέρη μακρινότερα, κινείται στο τρίγωνο Πόλη-Λονδίνο-Αθήνα. 

DSC02894

DSC02895

DSC02900

DSC02899

DSC02898

DSC02896

 

Σε ένα κείμενο του ο  Αλέξανδρος Μασαβέτας ( εξαιρετικός συγγραφέας το τελευταίο του  βιβλίο  «Κωνσταντινούπολη, η πόλη των απόντων»  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη  ,  δημοσιογράφος και ανταποκριτής  ειδησεογραφικών  πρακτορείων  στη Κωνσταντινούπολη )   χαρακτηρίζει  το Γαλλικό σοκάκι   ως ένα κιτσαριό αξιοθέατο της Πόλης , και δεν θα διαφωνήσω μαζί του. Εγώ θα το χαρακτήριζα «γιαλατζί» Γαλλικό σοκάκι  για όλους τους  παρακάτω   λόγους που αναφέρει . 

Σας παραθέτω το κείμενο του προς ενημέρωση σας :

«……Θα προσπεράσεις και θα αγνοήσεις επιδεικτικά το κιτσαριό που ακούει στο όνομα Τζεζάιρ Σοκάκ ή συχνότερα (και μεταξύ των ταξιτζήδων) Φράνσιζ Σοκάκ (Γαλλικό σοκάκι). Πρόκειται για ένα ατυχές σχέδιο αστικής ανάπλασης ενός πάλαι ποτέ φτωχικού πλην γοητευτικού σοκακιού της περιοχής. Το αποτέλεσμα, που φιλοδοξούσε “να φυτεύσει στην Πόλη μια γωνιά του Παρισιού”, υπήρξε θλιβερό – κιτς χρώματα, κιτς γύψινα αγάλματα, κιτς μουσική και άθλιο δήθεν γαλλικό (ο Θεός να το κάνει) φαγητό σε τσιμπημένες τιμές. Αν κάτι το καλό έχει το Φρανσίζ Σοκάκ είναι η κίνηση, η μουσική, γλυκανάλατη είναι η αλήθεια, που όμως μας νανουρίζει τα βράδια του καλοκαιριού, και το ότι λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τα ταξί.»