“Η Πόλη όπου γεννήθηκα”-Αυτοβιογραφική καταγραφή για μια Πόλη που δεν υπάρχει πια από τον Mario Vitti

Posted: Ιουλίου 29, 2014 in Δημοσιεύματα
Ετικέτες: , , , ,

get.phpVitti, Mario, 1926-. Η πόλη όπου γεννήθηκα : Ιστανμπούλ 1926-1946 / Mario Vitti • μετάφραση Λένα Καλλέργη. – 1η έκδ. – Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2013. – 205σ. • 16×12εκ. Πρόλογος: Πέτρος Μάρκαρης Γλώσσα πρωτοτύπου: ιταλικά
Τίτλος πρωτοτύπου: Istanbul nella memoria: Saggi di Greco Moderno

************************************************

Ο διακεκριμένος νεοελληνιστής Μάριο Βίττι (1926), γιος ενός Ιταλού χρηματιστή ο οποίος καταγόταν από τη Γένοβα, με προγόνους από τη Χίο, και μιας Ελληνίδας –«για την ακρίβεια “Ρωμηάς”, όπως όλοι οι απόγονοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας»–, με προγόνους από το Φανάρι, έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην προπολεμική ατμόσφαιρα και στο πολυεθνικό περιβάλλον της Κωνσταντινούπολης, αποτελούμενο από Εβραίους, Αρμένιους, Ρωμηούς και Λεβαντίνους, συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων της Κωνσταντινούπολης. Θαλερός πρεσβύτης ο Μάριο Βίττι επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου, που χωρίζεται σε δύο μέρη. Οπως σημειώνει ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης «το πρώτο μέρος των σελίδων αυτών έχει γραφτεί με μεγάλο κέφι, σχεδιάζοντας μια εκδρομή με όλη μου την οικογένεια στα λιμέρια όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην Πόλη: κάτι σαν οδηγός για τα παιδιά και τα εγγόνια μου, χωρίς καμιά φιλοδοξία να κάνω λογοτεχνία. Το δεύτερο μέρος έχει γραφτεί μετά το ταξίδι, που έγινε άνοιξη του 2008, και αφορά πρόσωπα, τόπους και λέξεις που μου ήρθαν στο νου με το ταξίδι». Ο Μάριο Βίττι ανατρέχει στους τόπους της παιδικής του ηλικίας με συγκαλυμμένη συγκίνηση και τρυφερότητα. Η ήρεμη, αυτοβιογραφική αφήγηση, χωρίς ίχνος νοσταλγίας, ανασύρει μνήμες και βιώματα μιας εποχής κατά την οποία παρά τη μειονοτική κοινωνική σύνθεση του ενός εκατομμυρίου κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, τον εθνικισμό και την ανασφάλεια η ζωή ήταν φαινομενικά ανέμελη και πολυτελής. (Στην ιδιάζουσα αυτή κατάσταση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ο Πέτρος Μάρκαρης που υπογράφει τον πρόλογο του βιβλίου). Η οικογένεια και το οικογενειακό δέντρο, ο πατέρας και η μητέρα, παππούδες και γιαγιάδες, θείες, νταντάδες και γκουβερνάντες, οικογενειακοί φίλοι, το εύπορο και αστικό περιβάλλον του σπιτιού, η συνοικία του Πέρα, οι δρόμοι, τα μαγαζιά και τα κτίρια της Πόλης, οι αδελφές Βερνουδάκη, στις οποίες ανήκε η πολυκατοικία που κατοικούσε η οικογένεια, τα χαμάμ και η θέα των γυμνών γυναικών, τα μοναχικά παιδικά παιγνίδια, οι απαράμιλλες πάστες του ζαχαροπλαστείου Λεμπόν, η πρώιμη αγάπη στη φωτογραφία, η ανάμνηση της εικόνας του Λεβ Τρότσκι στον κήπο μιας βίλας κατά τον πρώτο χρόνο της εξορίας του, οι κατοικίες παραθερισμού στην Πρίγκηπο, οι εξοχές και ο Βόσπορος, η κηδεία του Κεμάλ Ατατούρκ, τα μαθήματα ελληνικών και ζωγραφικής, το ιταλικό δημοτικό σχολείο στο οποίο φοίτησε ο συγγραφέας, οι αγαπημένοι του καθηγητές Τζουζέπε Μαρίνο και ο χαλκέντερος Δημήτρης Μάνος, ο ιταλικός φασισμός και ο μακρινός απόηχος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που γίνεται κάπου αλλού, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τα διαβάσματα (γαλλική ποίηση και φιλοσοφία, ως επί το πλείστον), το πάθος για τα γράμματα, το γράψιμο και οι πρώτες δημοσιεύσεις στην ελληνική γλώσσα στο θρυλικό περιοδικό της εποχής «Λόγος» (το οποίο εξέδιδε ο Γιάννης Χαλκούσης, αδελφός της αείμνηστης ηθοποιού Ελένης Χαλκούση), είναι μόνο μερικές από τις χαρακτηριστικές μνήμες και εικόνες στην αποσπασματική και συνειρμική αφήγηση του συγγραφέα. Η ανάμνηση ενός κόσμου που έχει χαθεί οριστικά.
                                ΧΩΡΙΣ  ΝΟΣΤΟ

Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει νόστος; Οχι, απαντάει κατηγορηματικά ο Μάριο Βίττι, ο οποίος, αλίμονο, δεν τρέφει καμία αυταπάτη για το πέρασμα του χρόνου και την τύχη των πραγμάτων. «Στη δική μου περίπτωση, δεν έχει νόημα. Να γυρίσω πού; Η Πόλη για μένα, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα μαγαζιά, οι άνθρωποι του Πέρα, βρίσκονται όλα τους αλλού. Σήμερα, η ανθρώπινη μάζα που έχει μπει στη θέση των κατοίκων ενός άλλου καιρού, κι έχουν βολευτεί, χωρίς να το καλοσκεφτούν, σ’ αυτόν τον αστικό περιέκτη που έμεινε άδειος από κείνους που τον εγκατέλειψαν για να σωθούν, είναι για μένα, ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά, ασύμβατο με την προηγούμενη πραγματικότητα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα επέστρεφα με κανέναν τρόπο για να ζήσω στην πόλη εκείνη που διατηρώ στη μνήμη, όπου με έσπειρε η μοίρα το 1926».

Πηγή : http://constantinoupoli.com

 

VITTI-εξωφυλλο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s